Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Παράλληλη μελέτη των διηγημάτων «Έβελιν» κι «Ένα θλιβερό συμβάν» από τους Δουβλινέζους του Τζ. Τζόυς και της Μαντάμ Μποβαρύ του Γκ. Φλωμπέρ

 Εισαγωγή
      Από τα τέλη του 19ου ως τις αρχές του 20ου αι. η Ευρωπαϊκή πεζογραφία κινείται ανάμεσα στον Ρεαλισμό (Γκ. Φλωμπέρ, Φ. Ντοστογιέφσκι), τον Νατουραλισμό (Ε. Ζολά, Τ. Ρακέν, Γ. Σλαφ) τον Αισθητισμό  κι από το ρεύμα των «λογοτεχνών της παρακμής»  καταλήγει στον Μοντερνισμό, χωρίς να δεχθεί σημαντική επίδραση από τον Συμβολισμό.
       Καθώς η Ζωγραφική αφήνει τον Ιμπρεσιονισμό για χάρη του Εξπρεσιονισμού, η Λογοτεχνία απομακρύνεται από τον Ρεαλισμό και τον Νατουραλισμό για να αφεθεί σε μια νέα  έκφραση λυρικότητας. «Έσχατη υπόσταση του ρομαντισμού», ο Μοντερνισμός - ρεύμα στο οποίο θα θητεύσουν οι:  Μ. Προυστ (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο), Τζ. Τζόυς (Οδυσσέας), Φρ. Κάφκα (Ο Πύργος, Η Δίκη), Β. Γουλφ (Η Κυρία Νταλλογουαίη, Τα κύματα) - διαμορφώνεται ως αντίδραση προς τις  Ρεαλιστικές εμμονές. Εγκαταλείποντας την ευθύγραμμη αφήγηση κι απόλυτη συσχέτιση αιτίας-αποτελέσματος, ενστερνίζεται  μια πιο αποσπασματική χρονικά γραφή «λεπτό προς λεπτό», με ελευθερία συνειρμικής κίνησης στον χώρο και στον χρόνο . Οι χαρακτήρες αναλύονται υπό το πρίσμα των νεοεμφανιζόμενων ψυχολογικών θεωριών .
      Οι μοντερνιστές διάκεινται εχθρικά προς τη ζωή της πόλης, που συνθλίβει και καταρρακώνει  τους κατοίκους της. Ο κόσμος, γι' αυτούς, δεν προσφέρει κανένα σκοπό στην ανθρώπινη ύπαρξη, κανένα σαφές ηθικό πρότυπο.
       Ορόσημο στην προσπάθεια αντίδρασης των συγγραφέων του Μοντερνισμού προς το ύφος και το περιεχόμενο της μυθιστοριογραφίας του 19ου αι., αποτελούν οι Δουβλινέζοι του James Joyce.

1. J.Joyce : «Το πορτραίτο του καλλιτέχνη» που πολιτογράφησε «Δουβλινέζο» τον Ομηρικό «Οδυσσέα»
       «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος που κατηφόριζε ένα δρόμο στο Δουβλίνο κι έλεγε πως τ' όνομά του είναι Δαίδαλος ο γητευτής, αυτός που σκάρωνε λαβύρινθους κι είχε φτιάξει τις φτερούγες του Ίκαρου, που πέταξε τόσο κοντά στον ήλιο, που έπεσε, όπως θάπεφτε κι ο Τζέιμς Τζόυς, ο απόστολος απ' το Δουβλίνο, βαθιά μέσα σ' έναν κόσμο λέξεων: από τις «επιφάνειες» της νιότης του μέχρι τις  «επιστοματολογίες», χρόνια αργότερα».
       Επηρεασμένος από τα έργα του Σκανδιναβού νατουραλιστή δραματουργού Henrik Ibsen, πρότυπο ο ίδιος για τους συγγραφείς που πίστεψαν στην ελεύθερη γραπτή έκφραση , ο Joyce κληροδότησε στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνία τέσσερις τόμους πεζογραφίας: Dubliners (1914), Α Portrait of the Artist as a Young Man  (1916), Ulysses (1922) και Finneganns Wake (1939), ένα θεατρικό έργο (Exilesin, 1918) και λίγα ποιήματα (λογοτεχνική του πρωτόλεια: η ποιητική συλλογή Chamber Music, 1907).
       Η  προσωπική συγγραφική του πέννα καθοδηγείται από την «πειραματική» χρήση ενός μοναδικού γλωσσικού ιδιώματος . Ο «εσωτερικός μονόλογος» και ένα δίκτυο συμβολικών παραλληλισμών λογοτεχνικών και   μυθολογικών-ιστορικών στοιχείων, συμπληρώνονται από ένα μόνιμο σκηνικό : ο χωροχρονικός ιστός όπου υφαίνονται οι χαρακτήρες του Τζόυς, είναι το Δουβλίνο των αρχών του 20ου αι. Η αγάπη που τρέφει για την ιδιαίτερή του πατρίδα, είναι εμφανής σε όλο το έργο του: «Αυτό που θέλω, είναι να δώσω μια τόσο πλήρη εικόνα του Δουβλίνου, ώστε αν μια μέρα συνέβαινε ξαφνικά η πόλη να εξαφανιστεί από προσώπου γης, να μπορεί να αναστηλωθεί μέσα απ' το βιβλίο μου».
     Το πρώτο πεζογράφημα του Joyce, Οι Δουβλινέζοι  είναι ένα βιβλίο με 15 σύντομες ιστορίες , που περιστρέφονται γύρω από το θλιμμένο, μελαγχολικό πνεύμα της παλιάς πόλης του Δουβλίνου, μέσα στο οποίο βυθίζεται και η ζωή των κατοίκων της, με τις προδομένες τους ελπίδες και τα χαμένα όνειρά τους , «ανάμεσα στη Σκύλλα  της βρετανικής πολιτικής κυριαρχίας και τη Χάρυβδη της καθολικής πνευματικής και σωματικής τυραννίας» .
       Κεντρικό θέ΅α του Joyce είναι η παράλυση, η στασιμότητα που διαποτίζει τη ζωή τους κάτω από τον πνιγηρό ομιχλώδη ουρανό της Ιρλανδικής πρωτεύουσας : απλές, πραγματικές ιστορίες για παιδιά που γνωρίζουν καθημερινά απογοητεύσεις, για ταπεινωμένες, στερημένες  γυναίκες κι αλκοολικούς άνδρες. Κι όπως όλοι οι κατατρεγμένοι ζητούν τη λύτρωση, οι ήρωες του Τζόυς (κι ο ίδιος) αναπτύσσουν μια τάση φυγής.

        2. Έβελιν, Έμμα (Μαντάμ  Μποβαρύ), Έμιλυ : βίοι παράλληλοι
        Η ιστορία της  Εβελιν Χιλλ  επικεντρώνεται στην κυριολεκτική σημασία της παράλυσης του ο΅ώνυ΅ου χαρακτήρα , που ασφυκτιά υπό το βάρος της  καταπιεστικής πατριαρχικής οικογένειας. Η μητέρα της, έχοντας ζήσει με τον βάναυσο πατέρα της  ΅ια «ζωή γεμάτη από απλές καθημερινές θυσίες, που την οδήγησαν τελικά ως την τρέλα», αναγκάζει την  κόρη της «να υποσχεθεί ότι θα κρατήσει το σπιτικό τους ενωμένο, όσο περισσότερο μπορούσε […]. Στο σπίτι είχε οπωσδήποτε εξασφαλισμένη στέγη και τροφή και επιπλέον όλους εκείνους που την γνώριζαν όλη της τη ζωή». Όμως αυτή η ζωή δεν ταιριάζει  στην Έβελιν, μια 19χρονη κοπέλα, γεμάτη όνειρα για το αύριο. Θέλει να πετάξει!
       Εκείνα που της στερεί η πνιγηρή οικογενειακή (και τοπική-Δουβλινέζικη)  ατμόσφαιρα, έρχεται σαν από μηχανής θεός να της τα προσφέρει η γνωριμία της με τον ναυτικό Φρανκ: «Της είχε πει ιστορίες για ΅ακρινές χώρες...Της έλεγε τα ονόματα των καραβιών και τις εταιρείες που δούλεψε. Ο ίδιος είχε περάσει το στενό του Μαγγελάνου και της διηγήθηκε τρομερές ιστορίες για τους Παταγόνες»  Κι όλα αυτά τα μέρη που της περιγράφει ο Φρανκ και που την γοητεύουν, αρχίζουν να της φαντάζουν προσπελάσιμα. Αρκεί να τον ακολουθήσει στο Μπουένος Άιρες «Στο νέο τόπο που θα πήγαινε, σ' αυτή τη ΅ακρινή χώρα, δε θα 'ταν το ίδιο. 'Έπειτα θα παντρευόταν. Ναι αυτή η 'Εβελιν. Και ο κόσ΅ος θα της φερόταν ΅ε σεβασ΅ό, δε θα της φερόταν όπως στη μητέρα της. Δηλαδή όπως ο πατέρας της φερόταν στη μητέρα της»
       Συλλογίζεται τη μονότονη ζωή της στο Δουβλίνο, ακούει την εφιαλτική φωνή της μητέρας της «Derevaun Seraun! Derevaun Seraun!». Τρομάζει στη σκέψη ότι αν μείνει, έτσι θα κυλήσει κι η υπόλοιπη ζωή της και  αποφασίζει «να φύγει! Πρέπει να φύγει …Παρακάλεσε τον Θεό να την οδηγήσει …τα χείλη της κουνιόνταν σε μια σιωπηλή, χωρίς λόγια προσευχή».  Όταν όμως  φτάνει η πολυπόθητη ώρα να δραπετεύσει κι ενώ ο Φρανκ την καλεί να τρέξει στο πλοίο, η παρόρ΅ησή της για φυγή σταματά:  η Έβελιν καταρρέει, παραλύει, καθηλώνεται αβοήθητη, παγιδευμένη, ανήμπορη να κινηθεί «ανά΅εσα στο παλλό΅ενο πλήθος στον σταθ΅ό».
     «Ο φόβος (του αγνώστου, της ευτυχίας, της ελευθερίας) υπερισχύει και ο δρόμος της απελευθέρωσης ξαφνικά μεταβάλλεται, στη συνείδηση της παγιδευμένης γυναίκας, σε τρομερή απειλή θανάτου », αναγκάζοντάς την, τελικά, να εγκαταλείψει κάθε ελπίδα και ν΄απομείνει μια στατική, παθητική φιγούρα, «δειλή, μοιραία κι άβουλη αντάμα».
           «Γύρισε προς τον Φρανκ ένα άσπρο ανέκφραστο πρόσωπο, σαν ζώου αβοήθητου. Στα ΅άτια της δεν υπήρχε κανένα ση΅άδι, ούτε έρωτα, ούτε αποχαιρετισμού, ούτε καν αναγνώρισης».
        Στην άλλη άκρη της θάλασσας της Μάγχης, η Έμμα (Μαντάμ Μποβαρύ) του Γκυστάβ Φλωμπέρ βιώνει το δικό της δράμα. Η απόρριψη από τον  σύζυγό της Σαρλ κι η δυσαρέσκεια, την ωθεί να αναζητήσει τη στερημένη τρυφερότητα στην αγκαλιά άλλων ανδρών: του Ροδόλφου και του Λεόν. Ο σπάταλος τρόπος ζωής που επιλέγει, την αναγκάζει να δανειστεί κρυφά από τον Σαρλ μεγάλα χρηματικά ποσά. Η αποπληρωμή των δανείων -που με τους τόκους έχουν διογκωθεί- δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο κλοιός γύρω της γίνεται πιο ασφυκτικός με τη σκέψη της αποκάλυψης του σκανδάλου της μοιχείας. Μέχρι τώρα, ξέφευγε από την πραγματικότητα διαβάζοντας μυθιστορήματα, ονειροπολώντας. Μα τώρα, πρέπει να φύγει!
       Αντίθετα, όμως, με τον Φρανκ που παροτρύνει την Έβελιν, ο Ροδόλφος ματαιώνει κάθε προσδοκία φυγής της Έμμα. Ο πνιγηρός βρόγχος σφίγγει όλο και περισσότερο. Η τελευταία πράξη του δράματος της Έμμα, αρχίζει: θα δηλητηριαστεί με αρσενικό. Κι αυτήν -όμως- τη στιγμή, που το δηλητήριο αρχίζει να ρέει μέσα στις φλέβες της, δείχνει να μην έχει συνειδητοποιήσει το τι έχει κάνει: περίμενε τη λύτρωση του θανάτου πιο σύντομη κι ανώδυνη. Μα αυτή σφαδάζει από τους πόνους!   .Γράφει στον Σαρλ ένα γράμμα, όπου τα εξηγεί όλα, ζητά να δει την κόρη της (ίσως για να ζητήσει συγγνώμη που δεν στάθηκε αρκετά κοντά της, αναθέτοντας την φροντίδα της στην υπηρέτρια Φελιτσιτέ) και περιμένει το λυτρωτικό τέλος!
         Η συζυγική εγκατάλειψη κι αναζήτηση ερωτικής συντροφιάς σε άλλον άνδρα, παρουσιάζεται και στο διήγημα του Τζ. Τζόυς «Ένα θλιβερό συμβάν» (ο τίτλος μας προϊδεάζει για το τι μας επιφυλάσσεται στις επόμενες σελίδες) . Η Έμιλυ Σίνικο, η ηρωίδα του, μια μέσης ηλικίας γυναίκα, παραμελημένη από τον πλοίαρχο σύζυγό της (απουσιάζει συνέχεια στο εξωτερικό) συνάπτει Πλατωνική ερωτική σχέση με τον James Duffy, έναν ερημίτη τραπεζικό υπάλληλο που ζει «την πνευ΅ατική του ζωή χωρίς κα΅ιά επαφή ΅ε άλλους», χωρίς οικογένεια και φίλους (στο τέλος της ιστορίας συνειδητοποιεί την τρομακτικότητα της μοναξιάς που επεδίωκε). Ο κ. Duffy, καθώς διαβάζει τον «Εσπερινό Ταχυδρόμο», εμβρόντητος πληροφορείται  ότι η αγαπημένη του Έμιλυ, προς την οποία αρνήθηκε έναν πιο ουσιαστικό δεσμό, βρήκε τραγικό θάνατο παρασυρμένη από μια σιδηροδρομική αμαξοστοιχία. Το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας ενισχύεται από το γεγονός ότι ήταν μεθυσμένη. Η σκέψη ότι η δική του συμπεριφορά την έσπρωξε στην αποτρόπαια πράξη, εγείρει μέσα του το μένος  των Ερινύων :
      «Γιατί αλήθεια της αρνήθηκε τη ζωή; Γιατί την καταδίκασε σε θάνατο; 'Ένιωσε την ηθική του να γίνεται κομμάτια… Γιατί βασάνιζε έτσι σκληρά τον εαυτό του; Γιατί τόση αναλγησία; 'Ένιωσε πως ήταν ένας απόβλητος απ' το πανηγύρι της ζωής. 'Ένας άνθρωπος, μια γυναίκα τον είχε αγαπήσει, κι αυτός της είχε αρνηθεί τη ζωή και την ευτυχία. και το χειρότερο την καταδίκασε σ' αυτόν τον ντροπιασμένο θάνατο».

3.Η πορεία των ηρωίδων του Τζόυς και του Φλωμπέρ μέσα στην κοινωνία κι η σχέση τους μ' αυτή
      Η Έβελιν είναι μια κοπέλα, που ασφυκτιά υπό το βάρος της πατριαρχικής οικογένειας και πουριτανικής κοινωνίας. Η απουσία της μητέρας είναι καθοριστική, ο  Έρνεστ - μεγαλύτερος αδερφός, τον οποίο «προτι΅ούσε»- έχει πεθάνει, ο δε Χάρης «που τον αγαπούσε κι αυτόν» έλειπε για δουλειά στην επαρχία. Στο πρόσωπο του μέθυσου- σατράπη πατέρα, γνωρίζει την καταπίεση των επιθυ΅ιών και της σεξουαλικότητάς της  (της απαγορεύει τη σύναψη δεσμού με τον Φρανκ: «Τους ξέρουμε τους ναυτικούς») κι εκμεταλλεύεται τον μόχθο της: «Πάντα έδινε το βδο΅αδιάτικό της -εφτά σελίνια- και ο Χάρης πάντα έστελνε ό,τι ΅πορούσε, ό΅ως τι δυσκολία να δώσει λίγα λεφτά κι ο πατέρας της! Της έλεγε πως σπαταλούσε τα λεφτά, πως δεν είχε κουκούτσι ΅υαλό να νο΅ίζει πως αυτός θα της ε΅πιστευόταν το χρή΅α του που το κέρδισε ΅ε τον ιδρώτα του, για να το σπαταλήσει αυτή η σπάταλη...Στο τέλος ΅ε τα πολλά της έδινε κάτι πενταροδεκάρες και ακό΅η πιο θυ΅ω΅ένα τη ρωτούσε αν είχε σκοπό ν' αγοράσει να φάνε κι αυτοί κάτι την Κυριακή». Η μόνη εικόνα τρυφερότητάς του, την οποία  έ΅΅ονα ανακαλεί η Έβελιν, σε μία κίνηση «αθώωσής» του, είναι το ψήσι΅ο της φρυγανιάς όταν ήταν άρρωστη.
       Ο κοινωνικά προκαθορισμένος ρόλος της κόρης, είναι να είναι υπάκουη. Όταν συναντά τον Φράνκ νιώθει ότι η ζωή της μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο. Τα όνειρά της μορφοποιούνται στο πρόσωπο του αγαπημένου της, που μπορεί να της προσφέρει την πολυπόθητη λύτρωση, τη φυγή από τα δεσμά της πιεστικής οικογενειακής (και κατ' επέκταση ευρύτερης τοπικής) κοινωνίας . Ο γάμος -πέρα από τρόπος (ή μάλλον δικαιολογία) φυγής- είναι και μέσο προβολής, κοινωνικής καταξίωσης: «ο κόσ΅ος θα της φερόταν ΅ε σεβασ΅ό». Άλλωστε,  είναι καλή νοικοκυρά! Γι' αυτό την προόριζε η οικογένειά της. Αυτό θέλει να κάνει και στο καινούργιο σπιτικό της, κοντά στον Φρανκ…Όμως, τα αιτήματα της οικογένειας και της κοινωνίας υπερισχύουν των  ρομαντικών ονείρων της. Προδίδεται από την αναποφασιστικότητά της, την έλλειψη θάρρους, την ενδυνά΅ωση της παράλυσης.
       Η Έμιλυ Σίνικο -ίσως ο πιο παθητικός χαρακτήρας στους Δουβλινέζους- συνάπτει μια κοινωνικά καταδικαστέα σχέση. Ο κόσμος δεν της στάθηκε ιδιαίτερα ευνοϊκός, μα αυτή θέλει να ζήσει, να χαρεί! Χρειάζεται να δραπετεύσει, να ξεφύγει από το περιβάλλον της παράλυσης που την αγγίζει βαθιά. Απαρνημένη από τον σύζυγο κι από τον εραστή της, βρίσκει στο ποτό λύτρωση προσωρινή, πριν αναζητήσει την αιώνια στις ράγες του σιδηροδρόμου.
      Η Μ. Μποβαρύ μέσα απ' το ονειροπόλημά της προσδοκά τη λύτρωση από την πεζότητα της καθημερινής, ρηχής επαρχιακής αστικής κοινωνίας, την αλλαγή που δεν μπορεί να της προσφέρει ο σύζυγός της Σαρλ, τη διαφυγή που αδυνατεί να πραγματώσει. Αναζητά την ευτυχία στην ερωτική  αγκαλιά άλλων ανδρών, που- αλίμονο- δεν διαφέρουν από 'κείνον, για να αποδειχτούν χειρότεροί του (αν είχε ζητήσει χρήματα απ΄ τον Σαρλ ίσως να της τα έδινε, ενώ ο εραστής της την αποκαρδιώνει: «Δεν τα έχω, κυρία»).
      Η ταύτισή της με τις ηρωίδες των αναγνωσμάτων της (γίνεται ένας θηλυκός «Δον Κιχώτης») την κάνει να μη μπορεί (και να μην θέλει) να διαχωρίσει τα -δυσδιάκριτα πλέον όρια φανταστικού και πραγματικού. Νομίζοντας ότι όλα τα όνειρά της μπορούν να πραγματοποιηθούν, όπως συμβαίνει στα ρομαντικά μυθιστορήματα που διαβάζει, προχωρά τυφλωμένη προς την υλοποίηση των στόχων της, αδιαφορώντας για το ότι θα βρεθεί αντιμέτωπη με τις στερητικές κοινωνικές επιταγές.

       4. Φλωμπέρ: πρόδρομος του Μοντερνισμού;
       Η συγκριτική μελέτη του τρόπου γραφής του Ρεαλιστή Γκ. Φλωμπέρ και Νεωτεριστή Τζ. Τζόυς ,  αποκαλύπτει αρκετά κοινά στοιχεία μεταξύ τους. Τα έργα τους επικεντρώνονται στη ζωή απλών ανθρώπων, την οποία περιγράφουν με κάθε λεπτομέρεια  αλλά «από απόσταση» (μιλά ο συγγραφέας σε τρίτο πρόσωπο, αλλά παρακολουθεί στενά την ηρωίδα).
      Η καταγραφή  των γεγονότων (πχ. του επιθανάτιου ρόγχου της Έμμα) γίνεται «λεπτό προς λεπτό», φέρνοντας την πραγματικότητα στη Λογοτεχνία. Ακόμα, η έλλειψη αυτοπροσδιορισμού της Μ. Μποβαρύ προοιωνίζει την αδυναμία αυτογνωσίας του ατόμου, την οποία καταλογίζουν οι μοντερνιστές στην κοινωνία των αρχών του 20ου αι.
      Η M. Mποβαρύ του Φλωμπέρ (το τελευταίο μεγάλο μυθιστόρημα εκείνης της γενιάς) είναι γραμμένη όχι με τη Φαντασία, αλλά με «πρόγραμμα». Δεν εστιάζει στην περιπέτεια αυτήν καθ'  εαυτή, αλλά στον τρόπο που εκείνη βιώνεται από τους ήρωες (όσο κι αν μερικές φορές ο μέσος αναγνώστης «επαναστατεί» με την απληστία της Έμμα, το τέλος που της επιφυλάσσει ο Φλωμπέρ καθιστά τον αναγνώστη κοινωνό της δυστυχίας της ).  Το «Ρεύμα της συνείδησης» και ο Μοντερνισμός, έχουν  βρει τον προπομπό τους στο πρόσωπο του Φλωμπέρ.

      Επίλογος
    Στις σελίδες που προηγήθηκαν, δανειστήκαμε τα φτερά του Δαίδαλου-Τζέιμς Τζόυς για να πετάξουμε στο «Αγαπημένο του βρώμικο» Δουβλίνο των αρχών του 20ου αι.   Οι κολασμένοι κάτοικοί του, υπό την επήρεια της χαρακτηριστικής παράλυσης της πόλης,  αναζητούν διεξόδους φυγής.
     Η  Έβελιν (στο ομώνυμο διήγημα), είναι ανήμπορη να σύρει τα βήματά της και να κάνει πράξη το όνειρο της λύτρωσης.
     Η Έμιλυ Σίνικο δεν βρίσκει ανταπόκριση στον έρωτα του Τζ. Ντάφυ. Η εγκατάλειψη την οδηγεί να πρωταγωνιστήσει σε «Ένα Θλιβερό Συμβάν» του αστυνομικού δελτίου.    
     Από την άλλη μεριά, η Έμμα (Μ. Μποβαρύ) του Γκυστάβ Φλωμπέρ, αναγνωρίζει πως το τέλος δεν μπορεί να περιμένει.
      Έβελιν -Έμιλυ- Έμμα: Τρεις μορφές της αρχέγονης Εύας, που ζητούν δικαίωμα στο όνειρο, τον έρωτα και την ελπίδα: αυτά που τους στέρησε η ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου