Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Τζακ Κέρουακ




 Ζει ο βασιλιάς των μπίτνικς; Την ξαφνική φήμη του στα τέλη του '50 διαδέχθηκε η λήθη την ανατρεπτική δεκαετία του '60. Αλλά οι σημερινοί πιτσιρικάδες τον έκαναν ξανά είδωλο.

Κάθε συγγραφέας σήμερα έχει μια αγάπη που δεν τολμά να πει τ' όνομά της: είναι η τρελή σύζυγος στο σαλόνι και η πόρνη κάτω απ' το κρεβάτι και ονομάζεται Καριέρα. Οταν στο τέλος η Μεγάλη Καριέρα αποδεικνύεται πολύ σημαντικότερη από τη Μεγάλη Μάχη και τη Μεγάλη Ιδέα, ελπίζει να θυμηθεί σύντομα γιατί θέλησε να γίνει συγγραφέας.
Ο Τζακ Κέρουακ έγραψε βιβλία πριν από την παγκοσμιοποίηση, πριν από τη μόλυνση του περιβάλλοντος, πριν από τους χρηματιστές, τα σούπερ μοντέλα και τον συγγραφέα καριέρας που γράφει με Περιέ αντί για αίμα στις φλέβες. Τότε που η τέχνη γεννιόταν από τη σύγκρουση του εσωτερικού με τον εξωτερικό κόσμο και όχι από τον συμβιβασμό τους. Τότε που οι ήρωές μας δεν βρίσκονταν σε αρμονία με τον εαυτό τους και τον κόσμο. «Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά», όπως έγραψε ο ίδιος ο Κέρουακ στο πιο διάσημο μυθιστόρημά του, Στον δρόμο.
Η ιδιωτική ζωή κάθε είδους επωνύμων στην εποχή μας έχει γίνει δημόσια. Το λάιφσταϊλ, η γνώμη τους και η προσωπική τους ζωή αναλύονται από περίεργους κατά τον ίδιο τρόπο που ως χθες αποτελούσαν «προνόμιο» των ροκ τραγουδιστών, των σταρ του κινηματογράφου και των μελών των βασιλικών οικογενειών. Ο συγγραφείς μπήκαν στο στόχαστρο της περιέργειας από πολύ νωρίς. Ο λόρδος Βύρων ήταν ένας από τους πρώτους που η ιδιωτική τους ζωή απασχόλησε τους κοσμικούς κύκλους της εποχής τους. Οπως και του Ντίλαν Τόμας, που γέμισε πολλές στήλες κουτσομπολιού.
Ο Τζακ Κέρουακ ήταν απροετοίμαστος για μια τέτοιου είδους δημοσιότητα. Η ξαφνική φήμη του στα τέλη του '50 γέμιζε κάθε μπαρ στο οποίο σύχναζε από θαυμαστές του, περίεργους που ήθελαν να δουν από κοντά τον συγγραφέα του Δρόμου ή απλώς κουτσομπόληδες που ήθελαν να τον κεράσουν ένα ποτό ή να κάνουν σεξ μαζί του ή και τα δύο.
Με την άφιξη των ανατρεπτικών 60s και των νέων αξιών ο Κέρουακ ξεχάστηκε εντελώς, για να ξαναζωντανέψει σαν φοίνικας τη δεκαετία του '90. Οι χίπις του '60 δεν τον χρειάζονταν. Οι ιδέες του είχαν απορροφηθεί και οτιδήποτε ο ίδιος προασπίστηκε είχε γίνει πράξη: η σεξουαλική ελευθερία και ο «ανοιχτός δρόμος» έγιναν πραγματικότητα. Ο Κέρουακ τούς φαινόταν σαν αναχρονισμός.
Αντίθετα, οι πιτσιρικάδες που μεγάλωσαν στα τέλη του '80 και τη δεκαετία του '90, στους παγετώνες του ριγκανισμού και του θατσερισμού, σε μια συντηρητική εποχή με σήμα κατατεθέν τις απαγορεύσεις κάθε είδους, τον είχαν πάλι ανάγκη. Επρεπε πάλι να ανακαλύψουν αρχέτυπα, μύθους και είδωλα. Και ο Κέρουακ είναι είδωλο. Ενα είδωλο ποτέ δεν είναι στατικό. Ως κλασικό κείμενο ο Κέρουακ επαναπροσδιορίζεται από κάθε καινούργια γενιά.
Τα τέλη του '50 ­ η εποχή της φήμης του Κέρουακ ­ και οι αρχές του '60 με τους Μπιτλς, τους Ρόλινγκ Στόουνς και τον Μπομπ Ντίλαν φαίνονται στους σημερινούς νέους σαν μία περίοδος. Ο Κέρουακ και η μπιτλομανία έχουν έξι χρόνια απόσταση μεταξύ τους, αλλά τι σημασία έχει για μια γενιά που γεννήθηκε πολύ αργότερα από το απόγειο της φήμης και των δύο; Η μπιτ γενιά ποτέ δεν πάγωσε ως ημερομηνία. Η παρέα του κολεγίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης ­ Κέρουακ, Μπάροουζ, Γκίνσμπεργκ, Καρ και αργότερα Κόρσο, Φερλιγκέτι, Κάσαντι ­, που άλλαξαν τα πάντα στην αμερικανική λογοτεχνία, μπαινοβγαίνει τις δεκαετίες από το '50 κι έπειτα σαν όνειρο και τύψη. Ο Κέρουακ βγαίνει από τη σκηνή το '69, πεθαίνοντας νέος, και κάνει αυτό που οι άλλοι δεν μπόρεσαν: μπαίνει στη μυθολογία ως «ωραίος νεκρός». Μαζί με τον Ελβις, τον Τζέιμς Ντιν και τον Μόρισον.
Ο «ωραίος νεκρός»
Στις 12 Μαρτίου 1922 ο Ζαν Λουί Λεμπρί ντε Κερουάκ γεννιέται στο Λόουελ της Μασαχουσέτης. Ηταν υπερήφανος για την κελτική καταγωγή του. Ηρωές του ο Ρεμπό, ο Τόμας Γουλφ, ο Γκαίτε. Διαβάζει συνεχώς. Είναι και ο ίδιος συγγραφέας. Το 1944 νυμφεύεται την Εντι Πάρκερ για να πάρει διαζύγιο σε λιγότερο από ένα χρόνο. Το 1946 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο θάνατος όμως του αδελφού του στα εννέα του χρόνια, όταν ο Κέρουακ ήταν τεσσάρων ετών, θα του προκαλέσει μια μόνιμη πληγή την οποία θα προσπαθήσει να επουλώσει βάζοντας αργότερα στη θέση του αδελφού του το μεγάλο ίνδαλμα της ζωής του, τον Νιλ Κάσαντι. Γράφει: Κωμόπολη και πόλη, τον Δρόμο, τα Οράματα του Κόντι, τους Υποχθόνιους, τα Μπλουζ του Μέχικο Σίτι, την Τριστέζα, τους Αγγέλους της ερήμωσης.
Ταξιδεύει στην Ταγγέρη για να ζήσει τον παράδεισο των μπίτνικς. Βαριέται. Ωστόσο ενθαρρύνει τον Μπάροουζ να γράψει το Γυμνό γεύμα. Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Μεξικό τα ταξίδια του '57. Εκδίδει το Ντόκτορ Σακς, το Μάγκι Κάσαντι, τον Μοναχικό ταξιδιώτη, το Βιβλίο των ονείρων, το Μπιγκ Σουρ, τα Οράματα του Ζεράρ, το Σατόρι στο Παρίσι. Πίνει, πίνει, πίνει. Τον ενδιαφέρει ο βουδισμός, αλλά δεν τον ακολουθεί. Το 1966 παντρεύονται με την Ελληνίδα Στέλλα Σαμπάς. Μαθαίνει τον θάνατο του Νιλ Κάσαντι. Ο Τζακ Κέρουακ πεθαίνει το '69, σε ηλικία 47 ετών.
Οταν ο Τζακ Κέρουακ πεθαίνει στις 21 Οκτωβρίου 1969 από αιμορραγία, καθισμένος μπροστά σε μια τηλεόραση πίνοντας μπίρες Φάλσταφ, είναι χοντρός και ξεχασμένος. Η τρίτη σύζυγός του Στέλλα Σαμπάς δηλώνει στο Ασοσιέιτεντ Πρες: «Ηταν ένας πολύ μοναχικός άνθρωπος». Το αφιέρωμα και οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται στο «Εσκουάιρ» τον Μάρτιο του '70 δείχνουν έναν πρώην οτιδήποτε με κοιλιά, περιτριγυρισμένο από τεύχη του «National Review» και άδεια μπουκάλια. Αυτή η τελευταία εικόνα του Κέρουακ θα ξεχαστεί σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ο χρόνος θα τον αποκαταστήσει. Οι νέες γενιές τον βλέπουν πανέμορφο να εμφανίζεται σε διαφημίσεις αυτοκινήτων και ενδυμάτων. Θα τον ανακαλύψουν σε τραγούδια του Βαν Μόρισον, των 10.000 Maniacs, της Πάτι Σμιθ και του Τομ Γουέιτς. Θα τον δουν στο σινεμά με τον Τζόνι Ντεπ και σε τηλεοπτικές σειρές. Θα διαβάσουν γι' αυτόν σε αλλεπάλληλες βιογραφίες. Ολοι θεωρούν φυσικό να αναφέρουν το μυθιστόρημά του Στον δρόμο ακόμη κι αν δεν έχουν διαβάσει ούτε λέξη από το βιβλίο. Οι νέοι συγγραφείς θα ανακαλύψουν σ' αυτό ότι αξίζει να το κλέψουν.
Η βίβλος της μπιτ γενιάς
Το μυθιστόρημα Στον δρόμο «είναι η βίβλος της μπιτ γενιάς, που περιγράφει την ατίθαση νεολαία τού σήμερα και τη φρενήρη αναζήτηση της εμπειρίας και του αισθησιασμού» έγραφε στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του '57. Παρ' όλα αυτά ο Κέρουακ έγραψε το βιβλίο που τον έκανε διάσημο σε δύο εβδομάδες τον Απρίλιο του '51. Στις 9 Απριλίου είχε γράψει 34.000 λέξεις και στις 20 έφθασε τις 86.000. Το διάστημα αυτό δεν είχε κοιμηθεί καθόλου καταναλώνοντας καφέ και αμφεταμίνες. Για μήνες μετά συνεχώς διόρθωνε, προσέθετε, άλλαζε. Ο Κέρουακ βασανίστηκε πολύ ώσπου να βρει το ύφος του μυθιστορήματος. Ο Νιλ Κάσαντι του έδωσε τη λύση όταν στο τέλος του '50 του έστειλε ένα γράμμα 23.000 λέξεων περιγράφοντάς του σε πρώτο πρόσωπο και σε γρήγορο, τρελό αλλά και τελείως σοβαρό ύφος λεπτομέρειες και γεγονότα από τη ζωή του. Ο Κέρουακ ενθουσιάστηκε. Το γράμμα του φίλου του εκπλήρωνε τις προφητείες του Γκαίτε και του Ντοστογέφσκι που έλεγαν ότι στο μέλλον η λογοτεχνία θα είναι εξομολογητική. Ο Κάσαντι γίνεται ο Ντιν Μοράιαρτι, ο βασικός ήρωας του Δρόμου, ένας κάουμποϊ που αντί να κλέβει αγελάδες κλέβει αυτοκίνητα για μια βόλτα.
Στις 11 Ιανουαρίου του '57 ο Κέρουακ υπέγραψε τα συμβόλαια για την έκδοση του βιβλίου. Ο Δρόμος έρχεται τη σωστή στιγμή. Ο Ελβις είναι εδώ, ο όρος «τινέιτζερ» έχει μόλις εφευρεθεί, το ροκ-εν-ρολ είναι η νέα μόδα, όπως και οι Κάντιλακ, η μπιτ γενιά, οι μπίτνικς. Για τον Κέρουακ όμως η έκδοση του Δρόμου έρχεται αργά. Δεν αισθάνεται καμιά ανατριχίλα. Πηγαίνει σε πάρτι που κρατάνε εβδομάδες, πίνει, πίνει και κάνει σεξ ­ 245 γυναίκες σε μια βραδιά, λέει ο μύθος, και αρκετοί άντρες. Η δημοσιότητα την οποία κυνηγάνε οι περισσότεροι συγγραφείς ήταν για τον Κέρουακ το φιλί του θανάτου. Ο Σούπερμαν της αμερικανικής λογοτεχνίας δήλωσε στο «Village Voice» ότι ήθελε να γλιτώσει απ' αυτή την τρέλα. Για άλλη μία φορά κατέφευγε στη μητέρα του. «Πηγαίνω στη μητέρα μου στο Ορλάντο. Πάντα επιστρέφω στη μητέρα μου. Πάντα» (Το οιδιπόδειο του Κέρουακ δεν αφορούσε μια γλυκιά μητέρα. Η Μεμέρ παραβίαζε την αλληλογραφία του γιου της, δεν επέτρεπε στον Γκίνσμπεργκ να μπει στο σπίτι της γιατί ήταν ομοφυλόφιλος, ενώ ακόμη και ο ανεκτικός Μπάροουζ την αποκαλούσε «διαβολική».)
Επιμύθιο
Αν κάτι αξίζει να το κάνεις, τότε αξίζει και να το γράψεις. Αν οι περισσότεροι άνδρες ηθοποιοί ονειρεύονται να παίξουν τον Αμλετ, τότε οι περισσότεροι άνδρες συγγραφείς ονειρεύονται να παίξουν τον Κέρουακ. Και οι υπόλοιποι να ζήσουν σαν τον Κέρουακ. Ο υπέροχος, αλκοολικός, ομοφυλόφιλος, ρατσιστής, ταλαντούχος, ζωώδης, μισογύνης, καταραμένος, υπερβολικός, ακόλαστος, συμπλεγματικός, νάρκισσος, αυτοκαταστροφικός, αλλά ευτυχώς όχι τέλειος Τζακ Κέρουακ διαπίστωσε από νωρίς ότι η ζωή του θα ήταν ένα μακρύ παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας σε έναν φοβισμένο κόσμο.
Αν είσαι τυχερός, πέφτεις. Και πετάς. Οπως ο Τζακ Κέρουακ.

ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ, ΠΑΛΙ ΠΑΝΤΑ & ΞΑΝΑ


ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ,
Ο Αγγελόμορφος Οδοιπόρος



Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – ο Kerouac διαβαίνει Μουσηγέτης. Διόνυσος μαζί και Απόλλωνας μεσ’ στο στενό του παντελόνι, αξύριστος πολλές φορές και πάντοτε ωραίος, ουδόλως φοβούμενος την παρακμή που τον εξέθρεψε, διότι μεσ’ στην ψυχή του και ανάμεσα στα σκέλη του μιας νέας ακμής το σπέρμα φέρνει.
Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – φωτοστεφής ο Κερουάκ διαβαίνει, πίνοντας το νέκταρ της καθημερινής ζωής παντού όπου το βρίσκει, πίνοντας και προσφέροντας το νέκταρ που περισσότερο κι από τον Νιαγάρα ρέει, όταν ο πόθος μέσα μας υπερισχύει και ο ευλογημένος άνθρωπος στο «εν τούτω νίκα» του έρωτος ομνύει.
Ανδρέας Εμπειρίκος


Ένας από τους τελευταίους αγίους, ένας φτωχούλης του Θεού κι αυτός, όπως και τόσοι πρόγονοί του, ο Τζακ Κέρουακ, πλάνης και εξερευνητής εσωτερικών τοπίων, Μεγάλος Ερωτικός και Μέγας Απεγνωσμένος, μακάριος και γαληνεμένος, βραχνός Μουσηγέτης και πάντα, μα πάντα, Συγγραφέας – ένας από τους τελευταίους ανθρώπους, πασχίζει, σε όλη του τη σύντομη ζωή, να λύσει το αίνιγμα της υπάρξεως, να επινοήσει τρόπους φυγής από την αδυσώπητη δικτατορία της υλοφροσύνης, να επιχειρήσει το άνοιγμα σε ό,τι πιο μύχιο, πιο ανεξερεύνητο, πιο αχαρτογράφητο φέρουμε εντός μας, να αποκρυπτογραφήσει τα αλλόκοτα ιερογλυφικά της διαλεκτικής ζωής και θανάτου, πνεύματος και χώματος, ύλης και μουσικής του ζώντος. Ο Τζακ Κέρουακ, φυγάς θεόθεν και αλήτης, όπως το είχε διατυπώσει ο Εμπεδοκλής – ο Τζακ Κέρουακ, γυμνός άγγελος, ο Τζακ Κέρουακ, memory babe, παιδί της μνήμης, αδελφός μας και πιο πολύ αδέρφι μας, μες στις δεκαετίες ανοξείδωτος. Πρίγκιπας της ανεκτικότητας, πλημμυρισμένος απ’ τους ρυθμούς του κόσμου, ο Κέρουακ αρνήθηκε την ίδια του την ευφυΐα, την κατέστρεψε, τη δαπάνησε, χάριν μιας περισσότερο πολύτιμης – και τόσο δυσεύρετης πια – ιδιότητας, χάριν αυτού που όλοι ξέρουμε τ’ όνομά του αλλά τόσο λίγοι καταφέρνουμε να είμαστε άδολοι διάκονοι και λυτρωμένοι δούλοι του: της αγάπης.

Ο Τζακ Κέρουακ, γεννημένος στο Λόουελ της Μασαχουσέτης, στις 12 Μαρτίου του 1922, έμελλε στη σύντομη ζωή του να περάσει από ένα σωρό σταυροδρόμια λαβυρίνθων, παραμένοντας πάντα αγνός και ανεξέλεγκτος, παίρνοντας πάντα, εσκεμμένα, τις λάθος αποφάσεις, αγαπώντας τους λάθος ανθρώπους, μένοντας στη λάθος μεριά του δρόμου. Έμελλε να καεί κι αυτός, σαν τα κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, να πυρποληθεί, σιγά σιγά στην αρχή και μετά απότομα, μόνο και μόνο για δωρίσει σ’ έναν σκοτεινιασμένο κόσμο λίγες στιγμές φέγγους. Έμελλε να γράψει δεκάδες χιλιάδες σελίδες, πυρωμένα παραληρήματα αγάπης, αγάπης, και αγάπης, χτυπώντας με ηδύτατη παραφορά τα πλήκτρα της γραφομηχανής, περιοδεύοντας στα λημέρια της αγαθότητας με τα νώτα γυρισμένα στους χλευασμούς των φανατικών μιας κακομοίρας νουνέχειας, μιας σωφροσύνης πάμφτωχης. Έμελλε να γράψει το On the Road, το απαράμιλλο χρονικό της μακαριότητας και της κίνησης, του έρωτος και της περιπλάνησης, της φιλίας και της προσήλωσης στην ευφρόσυνη αλητεία που, όπως κάποια τραγούδια αγαπημένα, ξέρει να ξεγελά το δυνάστη χρόνο. Έμελλε να γράψει τους Υποχθόνιους, μέσα σε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, μέσα σ’ έναν άγιο πυρετό τρελής δημιουργικότητας και ανάγκης να εκφραστεί, καταφέρνοντας, όπως λέει κι ο Χένρυ Μίλλερ, «ένα τέτοιο πλήγμα στην αθώα μας πρόζα απ’ το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να συνέλθει». Έμελλε να πιει θύελλες κρασιού, μπίρας, βότκας, τεκίλας, μεσκάλ, ουίσκι -- πίνοντας ως το φουκαριάρικο συκώτι μου, γράφει ο Νίκος Καρούζος – να πιει διαλύοντας τη σύνεση, κονιορτοποιώντας τα οχυρά των πεποιθήσεων, ανατινάζοντας τα σινικά τείχη των βεβαιοτήτων, καίγοντας τις γέφυρες που οδηγούν στη βολή, στην ασφάλεια, στο «κονάκι». Έμελλε να ψάλει του Σύγχρονου Ανθρώπου την Πτήση και την Πτώση.

«Μα, γυναικούλα μου, τα έκανα όλα, έγραψα το βιβλίο. Διέσχισα περήφανα τους δρόμους της ζωής μου, του Μανχάτταν, του Λονγκ Άιλαντ, διέσχισα τις 1183 σελίδες του πρώτου μου βιβλίου, πούλησα το βιβλίο. Πήρα τα πρώτα χρήματα, ούρλιαξα από χαρά, το Θεό εδόξασα, και συνέχισα, κι έκανα ό,τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνεις στη ζωή. Μα τίποτα δεν έβγαλα. Καμιά ‘γενιά’ δεν είναι ‘νέα’. Τίποτα νέο κάτω απ’ τον ήλιο. ‘Τα πάντα ματαιότης’. Ξέχνα το, γυναικούλα μου. Τράβα για ύπνο. Αύριο μια νέα μέρα ξημερώνει . Hic calix! Κοίταξέ το στα Λατινικά, σημαίνει ‘Ιδού το δισκοπότηρο’, και κοίτα να ‘χει κρασί εκεί μέσα».

Ο Τζακ Κέρουακ, ένας κατάσκοπος στο ίδιο του το σώμα, ένας κατάσκοπος στο σπίτι του έρωτα, ένας κατάσκοπος στο χώρο και στο χρόνο που μας αντιστοιχεί, στο χώρο και στο χρόνο που είναι το εφήμερο πέρασμά μας από τούτο τον πλανήτη. Να οδηγείται σε αλλεπάλληλες παραβιάσεις της δεσπόζουσας ηθικής και της δεσπόζουσας γλώσσας, εκείνη την όχι και τόσο μακρινή δεκαετία, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Μακελειό, αρνούμενος ό,τι τείνει να περιορίσει την εκδίπλωση της δημιουργικότητάς μας, αρνούμενος συμβάσεις και κανόνες, παίζοντας το παιχνίδι του για να θεσπίσει καινούργια κριτήρια, νέες σταθερές. Η γλώσσα, συντακτικό και γραμματική και ρυθμός, να είναι ένα πεδίο μάχης, να είναι μια ναρκοθετημένη ζώνη, να είναι ο Άλλος Τόπος, όπως λέει κι ο Βλαβιανός, να είναι το πέραν του είθισται, να είναι θέρετρο αλλά και σφαγείο.

Ερωτοτροπώντας με το μηδέν, ερωτοτροπώντας με τις ακρότητες μιας ευλογημένης και ποθητής απλότητας, ο Κέρουακ θα σμίξει με άλλους αντάρτες της καθημερινής ζωής, με ποιητές και συγγραφείς που χάνονταν και βρίσκονταν και λυτρώνονταν στο εντός των γραπτών τους, που διέκοπταν μεθοδικά κάθε συνάφεια με θέσφατα και άκαμπτες αποφάνσεις, που έγιναν αυτοσχέδιοι πειραματιστές, πέτρες κυλιόμενες σ’ ένα έδαφος επικίνδυνο, σε μια κοινωνία που ήθελε να προσεταιριστεί ή να εξορίσει κάθε αυθεντικό σκίρτημα ζωής, κάθε γνήσιο κραδασμό δημιουργικότητας. Ουίλλιαμ Μπάροουζ και Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Γκρέγκορυ Κόρσο και Πήτερ Ορλόφσκι, Άλαν Άνσεν και Λώρενς Φερλινγκέτι, Γκάρυ Σνάιντερ και Νηλ Κάσαντι. Μακάριοι, beatniks, σαλοί και παλλόμενοι, τραχείς και λεπτεπίλεπτοι, χερουβείμ αρουραίοι, ατίθασοι και μειλίχιοι, πότε λάτρεις της σιωπής και πότε φωνακλάδες, ασάλευτοι άλλοτε σε ιερή περισυλλογή και άλλοτε αεικίνητοι, πράοι και ανοιχτοί στην εμπειρία, να ξεφυτρώνουν σαν αγριόχορτα ανάμεσα στα πεζοδρόμια ενός άκαμπτου πολιτισμού που πεθαίνει αποκαμωμένος μέσα στους ύστατους σπασμούς του.

«Ποιος ξέρει αν πίσω απ’ αυτή τη βιτρίνα εγωισμού και σκληρότητας, το σύμπαν δεν είναι τελικά μια μεγάλη ευσπλαχνική θάλασσα, μια απέραντη γλύκα; Και ποιος ξέρει αν δεν είναι η μοναξιά της τωρινής μοναδικότητας του αγέννητου στοιχείου της μελλοντικής ουσίας του καθενός που αρνείται τη μοναδική, αγνή αιωνιότητα, αυτό το μεγάλο απόλυτο δυναμικό που μπορεί να ακτινοβολήσει τα πάντα, αυτή τη λαμπρή ευτυχία, το Ματιβαζρικαρούνα, ο Υπερβατικός Αδαμάντινος Οίκτος! Όχι, εγώ θέλω να μιλάω ΓΙΑ τα πράγματα, για το σταυρό, για το αστέρι του Ισραήλ, για τον πιο υπέροχο άνθρωπο που έζησε ποτέ και που ήταν Γερμανός (ο Μπαχ), για τον γλυκό Μωάμεθ, για τον Βούδα, για τον Λάο-Τσε, τον Τσουάνγκ-Τσε, τον Σουζούκι... γιατί θα έπρεπε να επιτεθώ σ’ αυτά που αγαπώ, έστω κι αν είναι έξω από μένα; Αυτό θα πει Μπητ. Ζήστε τη ζωή σας; Όχι, αγαπήστε τη ζωή σας. Όταν θα ‘ρθουν να σε πετροβολήσουν, δεν θα ‘χεις τουλάχιστον γυάλινο σπίτι, θα ‘χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου» (Τζακ Κέρουακ, Οι Καταβολές της Μπητ Γενιάς).
Οραματιστής και καταγραφέας φαινομενικά ασήμαντων λεπτομερειών, ο Κέρουακ σπεύδει να καθαγιάσει το καθημερινό, το οικείο, το τάχατες τετριμμένο, υψώνοντάς το σε διαστάσεις ποιητικές, στιλβώνοντάς το με τον καταιγισμό των δονούμενων λέξεών του, δίνοντάς του πίσω το λεηλατημένο νόημά του, βαφτίζοντάς το στην άχραντη ουσία. Παλεύει με το χρόνο, λατρεύει το χρόνο, ξοδεύει το χρόνο, σμίγει, γίνεται ένα, κυλιέται αγκαλιασμένος σε λειμώνες με το χρόνο. Λαχανιάζει όταν γράφει, και μαζί του λαχανιάζει και ο χρόνος. Είναι σαν τον Προυστ ένας γερομαστούρης του χρόνου. Να ειπωθεί το ανείπωτο, να λεχθεί το άλεκτον, να ανατριχιάσουν μες στα στήθη τικ οραμάτων, να είναι ένας τρελός άφωνος άγιος του μυαλού, να πει την αληθινή ιστορία του κόσμου σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο, να κολυμπήσει στον αχανή ωκεανό της γλώσσας, να συνθέσει το άγριο, το απειθάρχητο, το αγνό, το ερχόμενο μέσα του απ’ τα κάτω, ιδού σπαράγματα, ξεφτίδια, θραύσματα από το πρόγραμμα του Συγγραφέα Τζακ Κέρουακ. Ιδού το Πεπρωμένο της Γραφής Του. Ιδού και η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής Του.

«Ο Κέρουακ ήταν συγγραφέας», μας λέει ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ. «Ήξερε να γράφει. Πολλοί άνθρωποι λένε ότι είναι συγγραφείς, βγάζουν βιβλία με το όνομά τους επάνω, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουν να γράφουν – ανάμεσα στον συγγραφέα και σε εκείνον που απλώς δηλώνει ‘συγγραφέας’ υπάρχει μια τεράστια διαφορά, ανάλογη με εκείνη που χωρίζει τον αληθινό ταυρομάχο που έχει να αντιμετωπίσει στην αρένα τον μαινόμενο ταύρο, από τον κοινό μαλάκα που παραμυθιάζει τους φίλους του κάθε βράδυ με τα ανδραγαθήματά του στον πόλεμο που τον έζησε μόνο από τα μετόπισθεν. Ο συγγραφέας πρέπει να έχει ζήσει τη γραμμή του πυρός για να μπορέσει να πει την αλήθεια. Κινδυνεύει όμως και να τραυματιστεί θανάσιμα».

Αρνούμενος να δεχτεί ότι υπάρχει πλοκή στη ζωή, ο Κέρουακ εξόρισε την πλοκή από τα οραματικά, αλλά και τόσο γειωμένα, μυθιστορήματά του. Το γράψιμο ήταν γι’ αυτόν ακόπαστη αναζήτηση, επέλαση στον πυρήνα του νοήματος, καταβύθιση στο κέντρο της ταραχής και της ουσίας. Λέξεις, και λέξεις, και λέξεις. Πλήγιαζε τα δάχτυλά του στα πλήκτρα της γραφομηχανής, γεμίζοντας το σκληρό λευκό κενό του χαρτιού, κάνοντας τις φράσεις να φωνάξουν το Ναι Στην Εμπειρία. Αφηνόταν στις δίνες εσωτερικών κλυδωνισμών, αφηνόταν στην καταγραφή όσων άκουγε μέσα του, εκείνων των μύχιων φωνών που πότε ουρλιάζουν και πότε ψιθυρίζουν τις ακατάλυτες αλήθειες μας. Αλιεύει τα θέματά του από το ποτάμι της καθημερινής ζωής, εστιάζει στο γεγονός, οι λέξεις του παύουν κάποτε να είναι σύμβολα, να είναι κώδικες και σημεία, οι λέξεις του γίνονται, σε πολλές σελίδες του, γεγονότα. Είναι Μαθητευόμενος της Οδύνης, είναι Νοσταλγός Ενός Μέλλοντος Χαμένου Στη Διάρκεια, είναι Διάκονος Της Απλότητας. Αφουγκράζεται το Χτυποκάρδι του Κόσμου. Αφουγκράζεται το Μουρμουρητό των Γεγονότων.

«Το στοιχείο που έκανε τον Κέρουακ έναν από τους πιο αγαπημένους συγγραφείς της νεολαίας, είναι το χάρισμα να κατανοεί και να εκφράζει πλήρως τις φαντασιώσεις της, τα πάθη της, την επιτυχία και την αποτυχία της. Αποκηρύσσοντας κάθε πολιτική σκοπιμότητα, μετατράπηκε σ’ ένα ανθρώπινο μαγνητόφωνο με ουράνιο μηχανισμό, έτοιμο να ηχογραφήσει κάθε πρόσφορη αμερικάνικη φωνή» (Γιάννης Τζώρτζης).

Αγαπούσε την τζαζ, ο Τζακ Κέρουακ. Αγαπούσε τον καπνό και το αλκοόλ. Αγαπούσε τις θολές γραμμές των οριζόντων. Αγαπούσε την αρχιτεκτονική (ας ειπωθεί ξανά) της σκόρπιας ζωής. Αγαπούσε τις όμορφες κοπέλες. Αγαπούσε τις γάτες. Τον αγάπησε μια ολόκληρη γενιά ελεύθερων ανθρώπων, ευαίσθητων τυχοδιωκτών, ευγενικών μποέμ. Τον αγάπησαν κάμποσοι βιογράφοι. Τον αγάπησε ο Τομ Γουέιτς, κι έγραψε ένα τραγούδι, το Jack & Neal, για να μας θυμίζει διαρκώς την περιπέτειά του. Τον αγάπησε ο δικός μας Ανδρέας Εμπειρίκος και έγραψε για χάρη του μερικές ρυθμικές και εκθαμβωτικές αράδες.

Ναι, ναι, ανοίχτε τα παράθυρα, ανοίχτε τις ψυχές – ο Κερουάκ διαβαίνει Μουσηγέτης, στην λέξι «hitchhiking» δίνοντας την πιο ιερή της σημασία, πιστεύοντας εις τον Θεόν με τις αισθήσεις, πίσω του σέρνοντας έναν χορό που την υδρόγειο ζώνει, έναν χορό εφήβων και νεανίδων λυσικόμων, στα ανθεστήρια των πραιριών, στα αναστενάρια των ηδονών, στα αναστενάρια των υπεργείων και υπογείων λαγνουργείων (με bop, με twist, με rock’n roll, με τις φωνές των νέγρων), κ’ έτσι, καθώς διαβαίνει – ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – από τα έγκατα της γης και από τα χείλη της νεότητος της Οικουμένης ξεπετιέται και ως την Εδέμ ακούεται και ως την Εδέμ πηγαίνει, σαν ιαχή και προσευχή, σαν οργασμού που επέρχεται γιγάντιο κτυποκάρδι, μία διάτορος, μία παντάνασσα κραυγή: «BEAT, BEAT, BEATITUDE AND LOVE AND GLORY!»

Ο Τζακ Κέρουακ, ποιητής και οραματιστής, πατριάρχης της Μπητ Γενιάς, αθάνατος θνητός και παις πεσσεύων, έφυγε από αυτόν τον κόσμο πριν από τριάντα χρόνια. Στα σαράντα έξι του, ένα πρωινό στο μπάνιο, την 21η Οκτωβρίου του 1969, πολυαγαπημένος αγγελόμορφος οδοιπόρος και θαυμάσιος μνήμων, καταγραφέας πόθων και οραμάτων και εξάρσεων που στοιχειώνουν ακόμη τη λογοτεχνία και τη ζωή, ο Κέρουακ θα αναχωρήσει από τούτη τη ζωή, θα πάει να συναντήσει όλους εκείνους που κάποτε του ένευσαν και τον ενέπνευσαν, που τον έκαναν αυτό που θέλησε να γίνει, που του πρόσφεραν εκείνο το Μαύρο Γάλα της Αυγής. Μας άφησε τις σελίδες του, εδώ, δικές μας, δώρο και συμβολή στο Μεγάλο Βιβλίο της Ανησυχίας, χρυσαφένια παράγραφος σε ό,τι κάνει τη ζωή υποφερτότερη, σε ό,τι είναι θάλπος και θάμβος, σε ό,τι αποτελεί ανάσα και οξυγόνο αντιδιαστολής.